Ευθεία Γραμμή

Χαρτάκια κομμένα σε πολύχρωμα σχήματα, τυπωμένες ημερομηνίες, αριθμοί - διαδρομές που πέρασαν από τη στενή δίοδο της πύλης των αεροδρομίων, εκεί που σφίγγεται η ψυχή για να χωρέσει ακέραια, προσωρινά συμπιεσμένη στο μισό τετραγωνικό μέτρο ενός καθίσματος.
Μέσα από το κέλυφος του ιπτάμενου πουλιού που μεταφέρει τα όνειρα πάνω απ'τη θάλασσα, που φυλακίζει τα άγχη στο κορμί του, αλλάζοντας τις ώρες καθώς διασχίζει τις αόρατες ατράκτους της γης - κοιτάζεις πάλι τα σύννεφα και όσα αντιπροσωπεύουν. Φαντάζεσαι το μελί κορμί της δίπλα στο δικό σου, την παρουσία της να σαγηνεύει τα όνειρά σου, τα χέρια της να σε ζεσταίνουν με σιγουριά στο πρωινό το ξύπνημα.
Ανάμεσα στις πόλεις που αλλάζουν σαν παραμύθι κάτω, χαμηλά, στου εδάφους τα ζωγραφισμένα όρια, αναζητάς το χνώτο, τις ανάσες και τις ματιές που πάντα σημαίνουν κάτι σαν έρχονται από εκείνη - τυλίγεις τα χέρια σου το ένα με τ'άλλο για να νιώσεις τα δικά της, να γεμίσεις το κενό της απουσίας της με τη δική σου σάρκα που απρόσμενα ταίριαξε μαζί της.
Κλειστά τα μάτια, κι όμως βλέπεις τα πάντα, στ'αυτιά σου η φωνή της, ο ψίθυρός της, τα βογγητά της κάτω απ'τα ερωτικά σου χάδια. Πετάς, αλλά είσαι ακίνητος - απλά η γη γυρίζει γι'άλλη μια φορά απ'την αντίθετη πλευρά για να παιδέψει την ψυχή σου. Για πόσο ακόμη, αναρωτιέσαι, για πόσο ακόμη θα κόβεται στα δύο η ζωή σου - εκεί, κι εδώ.
Στο βουητό ενός αόριστου δαίμονα που ψιθυρίζει λευκό θόρυβο επάνω απ'τα όνειρά σου, κλείνεις τ'αυτιά για να ορίσεις επιτέλους τη δική σου τροχιά - εκείνη, που οδηγεί κατευθείαν στην αγκαλιά της.













