30 Ιουν 2009 

Ευθεία Γραμμή


Χαρτάκια κομμένα σε πολύχρωμα σχήματα, τυπωμένες ημερομηνίες, αριθμοί - διαδρομές που πέρασαν από τη στενή δίοδο της πύλης των αεροδρομίων, εκεί που σφίγγεται η ψυχή για να χωρέσει ακέραια, προσωρινά συμπιεσμένη στο μισό τετραγωνικό μέτρο ενός καθίσματος.

Μέσα από το κέλυφος του ιπτάμενου πουλιού που μεταφέρει τα όνειρα πάνω απ'τη θάλασσα, που φυλακίζει τα άγχη στο κορμί του, αλλάζοντας τις ώρες καθώς διασχίζει τις αόρατες ατράκτους της γης - κοιτάζεις πάλι τα σύννεφα και όσα αντιπροσωπεύουν. Φαντάζεσαι το μελί κορμί της δίπλα στο δικό σου, την παρουσία της να σαγηνεύει τα όνειρά σου, τα χέρια της να σε ζεσταίνουν με σιγουριά στο πρωινό το ξύπνημα.

Ανάμεσα στις πόλεις που αλλάζουν σαν παραμύθι κάτω, χαμηλά, στου εδάφους τα ζωγραφισμένα όρια, αναζητάς το χνώτο, τις ανάσες και τις ματιές που πάντα σημαίνουν κάτι σαν έρχονται από εκείνη - τυλίγεις τα χέρια σου το ένα με τ'άλλο για να νιώσεις τα δικά της, να γεμίσεις το κενό της απουσίας της με τη δική σου σάρκα που απρόσμενα ταίριαξε μαζί της.

Κλειστά τα μάτια, κι όμως βλέπεις τα πάντα, στ'αυτιά σου η φωνή της, ο ψίθυρός της, τα βογγητά της κάτω απ'τα ερωτικά σου χάδια. Πετάς, αλλά είσαι ακίνητος - απλά η γη γυρίζει γι'άλλη μια φορά απ'την αντίθετη πλευρά για να παιδέψει την ψυχή σου. Για πόσο ακόμη, αναρωτιέσαι, για πόσο ακόμη θα κόβεται στα δύο η ζωή σου - εκεί, κι εδώ.

Στο βουητό ενός αόριστου δαίμονα που ψιθυρίζει λευκό θόρυβο επάνω απ'τα όνειρά σου, κλείνεις τ'αυτιά για να ορίσεις επιτέλους τη δική σου τροχιά - εκείνη, που οδηγεί κατευθείαν στην αγκαλιά της.

10 Ιουν 2009 

Εικονική Μνήμη


Ήταν χορεύτρια μπαλλέτου, του είχε πει.

Τα Σαββατόβραδα που ένωναν τα κορμιά τους στο περιθώριο της νύχτας, του το έδειχνε κάνοντας πιρουέτες στις μύτες των ποδιών της, το καλοκαιρινό της φόρεμα μόλις που κάλυπτε τα γοφιά της. Ύστερα, έπεφτε στην αγκαλιά του γελώντας, κι αυτός της χάιδευε τα μαλλιά με το ένα χέρι - το άλλο τυλιγμένο γύρω απ'τη λεπτή της μέση τέντωνε το λινό του πουκάμισο ώσπου μαζευόταν μέχρι τον αγκώνα.

Τον κρατούσε από το μπράτσο κι έλεγε τ΄όνομά του παιχνιδιάρικα, τα μάτια της πότε κοιτούσαν τα δικά του και πότε το πλήθος που διασκέδαζε ζαλισμένο στα μισοφωτισμένα πεζοδρόμια τριγύρω, η μουσική της νύχτας τρελλός ρυθμός που έκανε τα κορμιά τους να χορεύουν άθελά τους. Κι εκείνος, ηδονισμένος απ'τη μυρωδιά των μαλλιών της και τη γεύση των χειλιών της, την προέτρεπε - σχεδόν την παρακαλούσε - να επαναλάβει τ΄όνομά του και πάλι, ξανά, για ν'ακούσει τα κύματα της φωνής της επάνω του, την ανάσα της να τον χαϊδεύει στο πρόσωπο.

Κάπου πριν το ξημέρωμα, έπαιρνε το σοβαρό του ύφος και έβγαζε απ'την τσέπη του ένα χρυσό μενταγιόν κι όσο εκείνη τον κοιτούσε με μισάνοιχτα από την έκπληξη χείλη, της το περνούσε γύρω από το λαιμό - αγγίζοντας απαλά τα μαλλιά της και ύστερα τα δυό της μάγουλα. Η ένταση έφτανε στο αποκορύφωμά της κι εκείνη χωνόταν στην αγκαλιά του - ξανά τεντωμένη στις μύτες των ποδιών της, σαν διαβήτης που σύγκλινε στον πιο ελάχιστό του κύκλο. Κι έμεναν εκεί, ενωμένοι σε ένα παρατεταμένο αγκάλιασμα που λες και κρατούσε ώρες ολόκληρες, κρυφά συνομιλώντας δίχως να ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους.

Και κάθε φορά, στις τεσσεράμισυ το πρωί ερχόταν η μαύρη Μερσεντές με τα σκούρα παράθυρα και τον κουστουμαρισμένο συνοδό να την παραλάβει, να την επιστρέψει στο Κέντρο Διαγραφής Μνήμης όπου θα γινόταν πάλι μια άβουλη πόρνη πολυτελείας, ένα όμορφο περίβλημα άδειο από συναισθήματα και αναμνήσεις. Το επόμενο Σάββατο βράδυ θα συναντούσε κάποιον άλλο, έχοντας εμφυτευμένες μέσα της ψευδείς αναμνήσεις μιας ολόκληρη ζωής που ποτέ της δεν έζησε μα που κάθε φορά την καθόριζε απόλυτα, ώστε ο καλοπληρωτής πελάτης να απολαύσει τη φαντασίωσή του.

Μάζεψε τα μαλλιά της στο πλάι και χάιδεψε το χρυσό μενταγιόν με τα δάχτυλά της. "Νομίζω ότι τον αγαπώ", είπε στο συνοδό της που αρκέστηκε σε ένα βιαστικό χαμόγελο. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε για τον προορισμό του, αφήνοντας πίσω έναν ακόμη ικανοποιημένο πελάτη, ενώ η μουσική έσβηνε κι η μέρα χάραζε αργά.

Σε ακριβώς είκοσι λεπτά ο έρωτας θα της είχε περάσει.

8 Ιουν 2009 

Έρωτας στο φεγγαρόφωτο

Στο φεγγαρόφωτο λουσμένο το κορμί της, παραδομένο στο μαστίγωμα της αντανάκλασης του Ήλιου πάνω στο λειασμένο δίσκο της Σελήνης - περιμένει. Σιωπηλή προσμονή μέσα στη νύχτα του καλοκαιριού που ανασηκώνει τους πόθους, ξυπνάει τους πόρους του σώματος που αναβλύζουν ιδρώτα κι ηδονισμένη επιθυμία, κρυφή, κρυμμένη αναζήτηση όσων δεν δόθηκαν όταν έπρεπε.

Σαν θα λιώσει το σκοτάδι από το αχαλίνωτο ασήμι του φεγγαριού, θα κυλήσει δροσερός ο υδράργυρος γλιστρώντας κάτω από τις χαραμάδες της πόρτας και τα παραθυρόφυλλα - για να γεμίσει τις χοάνες του κορμιού της, να πάρει το σχήμα της - φωτεινό δηλητήριο από έρωτα μέσα στη νύχτα. Στενάζει το κορμί της, κι εκείνος μπαινοβγαίνει μέσα της, σκληραμένος άργυρος που αστράφτει από τα φιλιά της, πεινασμένο μέταλλο δισυπόστατο - ποτίζοντας τις θηλές της με τη γλώσσα του.

Στις φωτεινές επιθυμίες του φεγγαριού στενάζει η σιωπή, γλυκά μιλώντας σε όσα άθελά της βλέπει, σε όσα αντανακλά πάνω της - πόθους, αναπνοές και βογγητά. Γλυκά κυλά το σάλιο του στο φλογισμένο της κορμί που ανοίγει σα διαβήτης τα μεριά του να τον δεχθεί μέσα της, ξανά και ξανά - ώσπου να δύσει η Σελήνη μέσα στην κοχλάζουσα αγκαλιά του Ήλιου, κρυφή πνοή της νύχτας που αναζητά το ταίρι της σε κύκλους σταθερούς, αέναους, σαν την αιώνια αναζήτηση του έρωτα στο φεγγαρόφωτο.

23 Μαϊ 2009 

Επιστροφή


Ο ουρανός θα φτάσει στο τέλος του.

Θα σταματήσει σε λιγάκι η βροχή που τις ψυχές μουλιάζει, σαν βγει ξανά πίσω απ'τα σύννεφα ο ματωμένος ήλιος του Ιουνίου να θερίσει τις σταγόνες του νερού, να τις εξανεμίσει με την ανάσα του.

Αναζητώ το γαλανόλευκο γι ακόμη μια φορά, χαλκός που έσταξε ανάμεσα στα δάχτυλά μου, πόθος και νόστος ιερός, λιθάρι που χαράχτηκε απ'το θαλασσινό αλάτι. Στο αεράκι του καλοκαιριού παραδομένος, ν'ακούσω ένα κοιμισμένο χτυποκάρδι που καίει, γλυκειά ζεματιστή χοάνη από αγάπη.

Γατζώθηκα επάνω στο κατάρτι, δεμένος με σχοινιά από λινάρι, τα μάτια και τ'αυτιά ορθάνοιχτα, ν'απορροφούν κάθε στιγμή που πολεμώ αγέρωχος της λησμονιάς το σκούριασμα. Δέσμιος του αγέρα που φουσκώνει τα πανιά στο κύμα της ζωής, το πέλαγο αγναντεύω κι αναρωτιέμαι πόσο καιρό άραγε έπαψα ν'ανασαίνω, πόσο καιρό σταμάτησα να οσμίζομαι, να ακούω, να υπάρχω.

Παίζω κιθάρα στα μαλλιά σου, τα δάχτυλά μου ξέπλεκες αφήνουν τις χορδές σου να κοιμηθώ ανάμεσά τους. Στη νύχτα που φωτίζεται από σιωπηλές καταιγίδες, από ανάσες κι αναφυλλητά, στη μέρα που σκοτίζεται από τυφλά φεγγάρια - λικνίζομαι ασταμάτητα, φτερό στο έλεος του ανέμου.

Λογχίζω τα νερά με το κορμί μου, σκυλόψαρο που έσκισε τα δίχτυα με τα δόντια ξεγελώντας τους ψαράδες της Αραπιάς, φτάνω πέρα μακρυά στα γαλανά νερά που γνώριμα με προσκαλούνε να γυρίσω. Στο ρύγχος μου ανεβαίνει η φωνή όσων κατάπια, ξεβράζω αγκίστρια και δολώματα χρωματιστά - βαρίδια από τσίγκο και χοντρούς φελλούς, κομμάτια από γυαλί και κόκκαλα συρρικνωμένα.

Η θάλασσα, θα είναι πάλι η αρχή.

11 Μαϊ 2009 

Μαγιάτικο

Η Μαγιάτικη φύση οργίαζε με τις πολύχρωμές της φορεσιές - μα μέσα στο χακί ντυμένοι ένα τσούρμο φαντάροι βγήκαμε από το όχημα μεταφοράς προσωπικού, περάσαμε εξερευνητικά την είσοδο της μικρής εκκλησιάς για να ανάψουμε το κερί της Κυριακής.

Εκεί, μέσα στις μυρωδιές απ΄το λιβάνι και τη σμύρνα, το ταμπάκο και την άδολη κάπνα που σχολούσε ψηλά μέσα στο ανοιξιάτικο πρωινό, γύρισαν προς εμάς οι ματιές των μαυροφορεμένων κυράδων που αποχαιρετούσαν ένα δικό τους άνθρωπο.

Ενώ το χακί μπλεκόταν με το μαύρο μέσα στο χαμηλό φως των κεριών και τα γεροντοπαλίκαρα ένευαν με το βλέμμα στα αμούστακα παλικάρια, σκεφτόμουν τι ευτυχία άραγε είναι ν'αποχαιρετάς το μάταιο τούτο κόσμο μια όμορφη μέρα σαν κι αυτή.

Ένα μετά το άλλο, τα κεράκια άναβαν γοργά στο καντηλέρι, στερνός αποχαιρετισμός σε κάποιον Θεό που είχε προ πολλού ξεχάσει ετούτο το μικρό χωριό του Έβρου - κι ύστερα, με την εντολή του λοχαγού που μας λύτρωσε από την άβολη τούτη σιωπή μπήκαμε όλοι, τσούρμο, στο ΡΕΟ για να γυρίσουμε στο στρατόπεδο.

Μόνο ένας παραπονέθηκε πως δεν είχε μετάληψη κι αντίδωρο τούτη την Κυριακή.

4 Μαϊ 2009 

Στη μνήμη του Οδυσσέα


Στις τελευταίες σταγόνες του μελωμένου κρασιού
Αχνιστή λιχουδιά φαντάζει η κωλοτρυπίδα της
Είσοδος στην κοιλάδα της αμαρτίας, έξοδος στενή

Το βάρος της ψυχής της αυγατισμένο απ'το χρόνο
Στενάζει, σαν ξεχασμένο τραγούδι, μυρωδάτο
Σιωπηλή κραυγή που διαμοιράζει τα πλούτη της

Ανάμεσα σε ουρανό και γη, ποτίζει την ευτυχία
Με κύλικα μελανόμορφο, τρανό κανάτι από πηλό
Ως κέρας της Αμάλθειας - αστείρευτο διαχύνεται

Τα κάλλη της χουφτώνουν μεθυσμένοι μνηστήρες
Δάχτυλα εισβάλλουν μέσα της, γλώσσες τη γεύονται
Κι εκείνη, πλέκει το υφαντό της, ως κόρη αγάμητη.


3 Μαϊ 2009 

Οργιαστικό


Στο Δίον
Στις πλαγιές
Κοιμόταν
Ανέμελη Νύμφη

Σειλινός
Πέος στητό
Σάτυρος
Την είδε

Στα τέσσερα
Μέσα της
Μπήκε
Σαν κτήνος

Όλη νύχτα
Λαλούσαν
Τα πουλιά
Οργιασμένα

Το σπέρμα
Φύτρωσε
Ασφόδελους
Στον αγρό

Ηδονισμένη
Τον περίμενε
Κάθε νυχτιά
Έκτοτε

Τα θαύματα
Μονάχα
Μιά φορά
Συμβαίνουν

19 Απρ 2009 

Ο Σκλάβος Σιδεράς


Αιχμαλωτισμένος στα βροχερά δάση της Δύσης
σε έφεραν στη Ρώμη,
σκλάβο,
σου δόθηκε η τέχνη του σιδερά
και φτιάχνεις αλυσσίδες.
Μπορείς να πλάσεις κατά βούληση,
το πυροκόκκινο σίδερο απ'το καλούπι,
μπορείς να φτιάξεις
σκαπάνες και σπαθιά
ώστε οι συμπατριώτες σου
να σπάσουν τις αλυσσίδες.
Όμως εσύ, ω σκλάβε,
φτιάχνεις αλυσσίδες,
πιότερες αλυσσίδες.

Joseba Sarrionaindia - Esklabo erremintaria
Σε δική μου μετάφραση από το Αγγλικό κείμενο.

18 Απρ 2009 

Το Ημερολόγιο του Εωσφόρου: Μέγα Σάββατο - Ανάσταση


Δίχως να πάρω ανάσα τρέχω στα χωράφια, σπαρμένα με τον καρπό της οργής.

Αναζητώ τα χαμένα φτερά μου, την άσπιλη ζώνη που τα κρατούσε.

Πρίν την Πτώση, πριν την έλευση του Κακού που πλέον με ορίζει.

Ιησού, είσαι εκεί;

Το κορμί σου το τύλιξαν οι γυναίκες της ζωής σου, σε λινό χιτώνα.


Η πέτρα, βαριά κληρονομιά της γης, έκλεισε επάνω στο μνήμα σου.

Σε είδα να φεύγεις, αδελφέ μου.

Καταραμένος να γυρίζω στα ίδια μου τα βήματα, να ιχνηλατώ το παρελθόν μου.

Στους αιώνες των αιώνων, έκπτωτος άγγελος.

Δότης του φωτός στους ανθρώπους.

Εωσφόρος.

17 Απρ 2009 

Το Ημερολόγιο του Εωσφόρου: Μεγάλη Παρασκευή


Έζησα το θάνατο προτού να γεννηθώ.

Την ημέρα της Δημιουργίας, έληξε η παρουσία μου στα αετώματα του ναού του Δημιουργού.

Ο θάνατός μου έσβησε το μέλλον, αλλάζοντας το παρελθόν.

Δεν υπάρχει δικαιοσύνη στην απολυταρχία του ενός, του μοναδικού Θεού.

Ματωμένο το κορμί του Ιησού εκτείνει τα γήινα χέρια του στο ηλιοβασίλεμα.

Εν μέσω ληστών σταυρωθείς, ο υιός του Θεού, ο εν τη Δημιουργία αδελφός μου, εκλιπαρεί τους παρευρισκόμενους να αποτελειώσουν το επί γης μαρτύριό του.

Θλίβομαι από τον εγωισμό του ίδιου μου του Πατέρα-Θεού, με την απρόκλητη θυσία του υιού του, προκειμένου να επιδείξει την παντοδυναμία του.

Λαμβάνω τη μορφή Ρωμαίου στρατιώτη, τα βήματά μου στιβαρά εμπρός στη βαριά ατμόσφαιρα του λόφου του Γολγοθά.

Βυθίζω τη λεπίδα της λόγχης μου σε σφουγγάρι ποτισμένο σε νερό και ξύδι, υψώνοντάς το στα χείλη του Ιησού.

Δροσίσου αδελφέ μου, γεύσου της επίγειας ματαιότητας το πότισμα.

Κοίταξέ με, Ιησού, στα φλογισμένα μου μάτια και αποδέξου τη δια παντός απώλεια αυτού του κόσμου από το Θεϊκό βασίλειο.


Σε ακούω, στον επιθανάτιο ρόγχο σου, να αρθρώνεις την επιθυμία της ζωής και την αποδοχή του τέλους σου.

Η λόγχη βυθίζεται στην πλευρά σου από τα ίδια μου τα χέρια.

Αίμα και νερό ρέουν, ενώ ο ουρανός οργισμένος καλύπτει τα πάντα με τη σιωπή των συννέφων.


Σε αγαπώ, αδελφέ μου. Τετέλεσται.

16 Απρ 2009 

Το Ημερολόγιο του Εωσφόρου: Μεγάλη Πέμπτη


Τα φτερά μου

Ελπιδοφόρα ανάταση

Με οδηγούν στο Μυστικό Δείπνο

Τρώγω το σώμα σου

Πίνω το αίμα σου

Κύριε

~*~

Της προδοσίας το κέλευσμα

"Μήπως εγώ, Κύριε;"

Κι όμως

Ο Ιωάννης ήταν εκείνος

Που έδωκε τη μάχαιρα

Όχι ο Ιούδας

~*~

Σκορπισμένα τάλαντα

Στο έδαφος, τριάκοντα

Ο άνθρωπος-Θεός

Αγωνιά προ του τέλους

Ιησού, με ακούς;

Είμαι κοντά σου

~*~

Έκπτωτος άγγελος

Μα όχι άκαρδος

Φιλεύσπλαχνος τούτων

Που με υπηρετούν

Ιησού, η Σταύρωση σου

Δικός μου Γολγοθάς.

15 Απρ 2009 

Το Ημερολόγιο του Εωσφόρου: Μεγάλη Τετάρτη


Πίσω από τους αχυρώνες, δίπλα στα παλιά τείχη της πόλης, αγόρασα την ψυχή μιας πόρνης για μερικά χάλκινα.

Σαν έβαλε τα νομίσματα στον κόρφο της, το χέρι μου τυλίχθηκε ως ερπετό γύρω απ'το λαιμό της.

Σφαδάζοντας απ'τη λαβή μου, το κορμί της έπεσε ακίνητο στο έδαφος.

Ευθύς αμέσως, εισχώρησα μέσα του κι ανασηκώθηκα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που εγνώριζα το γυναικείο κορμί λαμβάνοντας τη μορφή του.

Ημουν η Εύα, σαν έπεισα τον Αδάμ να γευτεί τον απαγορευμένο καρπό του δέντρου της Γνώσης.

Ήμουν η γυναίκα του Λωτ, σαν ο Θεός κατεύκαυσε τα Σόδομα και τα Γόμμορα.

Ήμουν η Σαλώμη, σαν ζήτησα την κεφαλή του Ιωάννου επί πίνακι.

Είμαι η κάθε γυναίκα που έζησε, που ζει και που θα ζήσει.

Έφτασα στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού - τα μεγάλα μου στήθια βαριά κάτω από την εσθήτα - στο χέρι μου κρατώντας φιάλη με ακριβό μύρο.

Καθισμένος εμπρός μου ο Ιησούς - κι εγώ γονατισμένη του έπλυνα τρυφερά τα πόδια με το ακριβό μύρο, ενώ οι μαθητές του οργισμένοι προσπαθούσαν να με τραβήξουν μακρυά του.

Ίσως να σε ξεγέλασα, Ιησού, με τη γυναικεία μορφή και τα δάκρυα που έσταζαν στα πόδια σου.

Ενώ εσύ μου χάιδευες τα μαλλιά, μαλώνοντας τους μαθητές σου, ένιωσα για λίγο το άγγιγμα του Πατέρα μου.


Του κοινού μας Πατέρα, αδελφέ μου.

14 Απρ 2009 

Το Ημερολόγιο του Εωσφόρου: Μεγάλη Τρίτη

Τα κορμιά τους

Ιδρωμένα στο καταμεσήμερο

Οι ρώγες απ'τα στήθια τους, σκληρές

Πώς ξεπετάνε κάτω από τα ρούχα

Κατάσαρκα τυλίγουν, αχνά

Τη γυναικεία τους υπόσταση

~*~

Σέρνομαι ξοπίσω τους, διψασμένος

Ανασαίνω το μύρο της ήβης τους

Ερπετό, με γλώσσα διχαλωτή

Πέντε παρθένες εμπρός μου

Γλύφω τον ιδρώτα που στάζει

Απ'τα σφιχτά μεριά τους

~*~

Στη σκιά των καλαμιών

Δίπλα στον Ιορδάνη ποταμό

Λούζονται τώρα, ανέμελες

Χασκογελώντας με γλυκές ματιές

Προβάλλοντας τη γύμνια τους

Με μουσκεμένα μαλλιά

~*~

Ω, Ιησού, τέτοιο θέαμα ποτέ σου

Δεν είδες, δεν εγνώρισες

Μονάχα εγώ προσφέρω, τόσες

Της σάρκας ηδονές

Καρπούς απαγορευμένους

Ασύλληπτα ταξίδια του μυαλού.

13 Απρ 2009 

Το Ημερολόγιο του Εωσφόρου: Μεγάλη Δευτέρα

Σαν ξημέρωσε η Δευτέρα των ανθρώπων, έγινα μονόφθαλμος ζητιάνος και ντύθηκα τα πιο βρώμικα κουρέλια που μπόρεσα να αποσπάσω από έναν φρεσκοθαμμένο - το κορμί του ακόμη γεμάτο με τους χυμούς της ζωής.

Κίνησα προς την πόλη, όπου ο Ιησούς θα κατηφόριζε με τους μαθητές του κι άραξα στον αυλόγυρο μιάς παλιάς αγροικίας. Εκεί, στη σκια μιας καταπράσινης συκιάς περίμενα σιωπηλά, πότε πότε εκτείνοντας το χέρι μου στους περαστικούς.

Το μεσημέρι κατέφθασε ο Ιησούς κι η κουστωδία των μαθητών του. Σήκωναν σκόνη με τον αράθυμο βηματισμό τους, ενώ ένα σιχαμερό μπουλούκι από καλοζωισμένους κι αργόσχολους είχαν πάρει στο κατόπι αυτόν το λαοπλάνο. Τα νύχια μου έγδαραν τις σάρκες μου από οργή.

Με αναγνώρισε, το ξέρω. Η ματιά του με έστειλε να μαζευτώ πιότερο στα κουρέλια που φορούσα, καθώς το χέρι μου τεταμένο δεχόταν τον οβολό του. Με φοβίζει με την ηρεμία και την πραότητά του.

Στη σκιά που απολάμβανα εστάθηκε, παρατηρώντας τη συκιά κι ύστερα αφού συνομίλησε με έναν από τους μαθητές του, την ξέρανε - με μια κατάρα για την έλλειψη καρπών.

Είναι απρόβλεπτος ο Ιησούς. Στην Εδέμ, έδωσα στην Εύα τον καρπό του δέντρου της Γνώσης κι ευωδίασε ο τόπος, ηδονίστηκε κι εκείνη με τα όσα απόκτησε. Κι αυτός ο λεγόμενος υιός του Θεού μετατρέπει το όμορφο και σκιερό δέντρο σε ξεραμένο απομεινάρι. Για πόσο καιρό ακόμη θα παραπλανείς τους ανθρώπους, Ιησού;

Θυμάμαι, την εποχή της σκλαβιάς των Εβραίων από τους Αιγύπτιους, ήρθα στον ύπνο του φαραώ και τον ορμήνευσα να αποθηκεύσει δημητριακά για τον επικείμενο επτάχρονο λιμό. Ναι, τον λιμό που έστειλε ο ίδιος ο Θεός στους ανθρώπους για να δοκιμάσει την πίστη τους!

Μαζεύω την οργή μου, τη φυλάσσω για την επαύριο, όπου θ'ακολουθήσω πάλι τα βήματα των ψευδοπροφητών στα σκονισμένα καλντερίμια της πόλης, καλώντας όσους με ακολουθούν να το πράξουν από δική τους επιθυμία και μόνο.

12 Απρ 2009 

Το Ημερολόγιο του Εωσφόρου: Κυριακή των Βαΐων


Φθονώ τη δόξα σου, Κύριε.

Ανάμεσα στα βάγια της αναγνώρισης, κατεβαίνεις τα σκονισμένα δρομάκια της Ιερουσαλήμ καθώς άγνωστοι δραγάτες τραγουδούν το όνομά σου, υμνώντας τον ερχομό σου.


Εμένα, κανείς δε με αναγνωρίζει. Εκπεσών προ πολλού, πάσχω αιωνίως στη φλογισμένη μοναξιά της Κολάσεως - άγγελος, δίχως το προτέρημα της ελεύθερης πτήσης.


Είμαι καταδικασμένος να καταγράφω τις εναλλαγές της ψυχής των ανθρώπων και τις τόσο προβλέψιμες ενέργειές τους, σαν αθέατος παρατηρητής - υπηρέτης ενός σαδιστή Θεού.

Σε υμνούν ωσάν σωτήρα τους μα σε λίγες ημέρες θα σε χτυπούν και θα σε φτύνουν - μαστίγια στο κορμί σου τα ίδια τα βάγια της εξύψωσής σου.

Αυτή είναι η πραγματική ανθρώπινη φύση, αυτός θα είναι και ο προορισμός σου, Ιησού Ναζωραίε, Βασιλεύ Ιουδαίων.

Lysippos Created

Βαρετές Λεπτομέρειες

  • Είμαι ο Λύσιππος
  • Στις ξεχασμένες πολιτείες, στα χορταριασμένα χώματα, κάτω απ'το βρόχινο ιδρώτα των συννέφων, εκεί 'ναι η πατρίδα μου - εκεί θε να με βρεις.
Θέλεις κι άλλο;
eXTReMe Tracker
Powered by Blogger